
Στην υπόθεση “Χαλικάκι” υπάρχει ένα παράδοξο που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο. Δημόσια περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου πρόκειται να αξιοποιηθεί για δημόσιο σκοπό, από δημόσιο φορέα, τον Δήμο, με χρηματοδότηση επίσης δημόσιου φορέα, της Περιφέρειας.
Κι όμως, μέσα σε όλο αυτό το «δημόσιο», η πόλη δια μέσου της δημοτικής αρχής της, καθοδηγείται να πληρώσει μίσθωμα στην ΕΤΑΔ για να χρησιμοποιήσει έναν χώρο που προορίζεται για κοινωφελή χρήση.
Περίεργο και όμως αληθινό: να υπάρχει τόσο δημόσιο μαζεμένο σε μια υπόθεση και τελικά να ψάχνουμε πού βρίσκεται πραγματικά το δημόσιο συμφέρον!
Αυτό είναι δυστυχώς το αποτέλεσμα, όταν μια ακίνητη δημόσια περιουσία βρίσκεται μέσα στο πλαίσιο του Υπερταμείου και της ΕΤΑΔ, δηλαδή μέσα σε ένα καθεστώς που δεν δημιουργήθηκε για να προστατεύει δημόσιους χώρους, αλλά για να διαχειρίζεται και να αξιοποιεί δημόσια περιουσία. Ακριβώς όμως γι’ αυτό, η συγκεκριμένη πραγματικότητα δεν ενισχύει το επιχείρημα της μίσθωσης, αντίθετα, το αποδυναμώνει. Αν το Χαλικάκι βρίσκεται μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο αξιοποίησης, τότε ο Δήμος οφείλει να είναι ακόμη πιο προσεκτικός και όχι να νομιμοποιήσει βιαστικά μια μισθωτική σχέση.
Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι αν πρέπει να αναβαθμιστεί το Χαλικάκι. Προφανώς και πρέπει. Χρειάζεται φροντίδα, φωτισμό, υποδομές, νέες φυτεύσεις, καλύτερες συνθήκες χρήσης, χώρους περιπάτου, αναψυχής, άθλησης και κοινωνικής συνάντησης. Το ερώτημα είναι άλλο: πρέπει ο Δήμος να γίνει ενοικιαστής δημόσιας γης για να υλοποιήσει ένα δημόσιο έργο πάνω σε αυτήν;
Υπάρχουν δύο ζητούμενα που πρέπει πριν από όλα να ξεκαθαριστούν.
Το πρώτο είναι αν συζητάμε για τη δημιουργία ενός νέου χώρου ή για τον εκσυγχρονισμό ενός χώρου που ήδη λειτουργεί ως δημόσιος τόπος ζωής. Γιατί το Χαλικάκι, πολλά χρόνια μέχρι και σήμερα, φιλοξενεί γιορτές, παιχνίδι, άθληση, βόλτες, συναυλίες, κούλουμα, δράσεις συλλόγων και καθημερινές χρήσεις των κατοίκων. Άρα το ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να «σωθεί» από το μηδέν, αλλά πώς θα αναβαθμιστεί χωρίς να αλλοιωθεί ο δημόσιος και ανοιχτός χαρακτήρας του.
Το δεύτερο ζητούμενο είναι αν ο δημόσιος χαρακτήρας του, προστατεύεται μόνο μέσω μιας σύμβασης μίσθωσης ή αν ήδη στηρίζεται από τη χρήση του ως πάρκου και από τον κοινωφελή του προορισμό. Αν ο χώρος είναι θεσμικά και λειτουργικά προορισμένος για κοινωφελή χρήση, τότε η προστασία του δεν μπορεί να ταυτίζεται με το να γίνει ο Δήμος ενοικιαστής της ΕΤΑΔ. Αντίθετα, αυτό ακριβώς ενισχύει το αίτημα για δωρεάν παραχώρηση χρήσης και όχι για μισθωτική σχέση.
Εδώ λοιπόν αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα. Το Χαλικάκι δεν είναι ένα απλό τεχνικό έργο. Είναι ένα σύνθετο – πολύπλοκο αυτοδιοικητικό, πολεοδομικό, κοινωνικό και θεσμικό ζήτημα. Δεν είναι δύσκολο απλώς επειδή έχει πολλές τεχνικές, νομικές ή διοικητικές πλευρές.
Είναι δύσκολο γιατί (σκεπτόμενοι καλοπροαίρετα) διαφορετικοί εμπλεκόμενοι το καταλαβαίνουν διαφορετικά: άλλοι το βλέπουν ως έργο ανάπλασης, άλλοι ως ζήτημα δημόσιας περιουσίας, άλλοι ως ευκαιρία χρηματοδότησης και άλλοι ως κρίσιμη θεσμική διεκδίκηση. Κάθε λύση δημιουργεί νέες συνέπειες, ενώ δεν υπάρχει ένα ουδέτερο και αυτονόητο κριτήριο για το πότε μπορούμε να πούμε ότι «λύθηκε». Το ίδιο το πρόβλημα αλλάζει όσο παρεμβαίνουμε σε αυτό, γιατί μια υπογραφή, μια μίσθωση ή μια παραχώρηση δεν τακτοποιεί απλώς το σήμερα, αλλά διαμορφώνει και το αύριο. Γι’ αυτό κάθε απόφαση για το Χαλικάκι έχει πολιτικό, κοινωνικό και ηθικό βάρος.
Σε τέτοια σύνθετα προβλήματα, το πιο σημαντικό δεν είναι να βιαστούμε να απαντήσουμε. Είναι πρώτα να συμφωνήσουμε ποιες είναι οι σωστές ερωτήσεις. Γιατί αν τεθούν λάθος ερωτήματα, τότε ακόμη και μια φαινομενικά πρακτική λύση μπορεί να οδηγήσει σε λάθος απόφαση. Δεν αρκεί, λοιπόν, να ρωτάμε «θα γίνει ή δεν θα γίνει το έργο;». Πρέπει να ρωτάμε: με ποιους όρους θα γίνει, ποιος ελέγχει τον χώρο, τι αναγνωρίζει ο Δήμος υπογράφοντας, τι χάνει θεσμικά και τι αφήνει ως παρακαταθήκη για το μέλλον.
Αυτό η δημοτική αρχή δεν φαίνεται να το αντιμετώπισε με την αναγκαία σοβαρότητα. Φαίνεται πλέον εκ των πραγμάτων, ότι το Χαλικάκι δεν ήταν για αυτήν ένα σύνθετο πρόβλημα με έντονο ηθικό και κοινωνικό βάρος, αλλά ένα ζήτημα που υπέθεσε ότι μπορεί να την βγάλει από τα πολιτικά της αδιέξοδα και ίσως και από άλλα αδιέξοδα!
Αντί να ανοίξει έναν ώριμο δημόσιο διάλογο πάνω στις πραγματικές παραμέτρους του προβλήματος, επέλεξε να παρουσιάσει τη συμφωνία ως μονόδρομο. Αντί να θέσει πρώτα τα σωστά ερωτήματα, έδωσε απαντήσεις σε ερωτήματα που η ίδια κατασκεύασε.
Έτσι, ακόμη κι αν σε επιμέρους σημεία ίσως να είχε επιχειρήματα για το ζήτημα, υποτιμώντας την προϊστορία αγώνων, διεκδικήσεων και νικών που έκαναν το Χαλικάκι δημόσιο χώρο με κοινωνικό βάρος φανέρωσε έναν τρόπο άσκησης διοίκησης που μοιάζει περισσότερο με ‘’αυτοδιοικητική ιδιοκτησία’’ παρά με συμμετοχική δημοκρατία.
Αποτέλεσμα όλων αυτών, για μια ακόμα φορά ο δημόσιος διάλογος κινδυνεύει να εγκλωβιστεί σε ένα ψευδές δίλημμα. Από τη μία, οι «δημοσιοεμμονικοί», που τάχα δεν θέλουν να γίνει τίποτα αν δεν γίνει με απόλυτους δημόσιους όρους. Από την άλλη, οι δήθεν «εκσυγχρονιστές», που λένε πως αρκεί να πέσουν τα χρήματα και να φτιαχτεί ο χώρος, χωρίς να μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα το καθεστώς. Αυτό το δίλημμα είναι φτωχό και παραπλανητικό. Το Χαλικάκι δεν μπορεί να κριθεί ούτε με συνθήματα ούτε με φοβικά σχήματα. Μπορούμε και πρέπει να θέλουμε και την αναβάθμιση του χώρου και την προστασία του δημόσιου χαρακτήρα του.
Το κρίσιμο θέμα είναι η μίσθωση. Τα 1.500 ευρώ τον μήνα, δηλαδή 18.000 ευρώ τον χρόνο, δεν είναι το πραγματικό οικονομικό μέγεθος μπροστά σε ένα έργο εκατομμυρίων (τα οποία εκατομμύρια μοιάζουν πάρα πολλά, για αυτά που μας δείχνουν στις μακέτες ότι θα γίνουν). Ακριβώς επειδή το ποσό είναι σχετικά μικρό ή συμβολικό, φαίνεται ότι το ζήτημα δεν είναι οικονομικό αλλά θεσμικό.
Γιατί, λοιπόν, η ΕΤΑΔ επιμένει στο μίσθωμα, έστω και συμβολικό; Πρώτον, γιατί θέλει να αποφύγει τη δημιουργία προηγούμενου δωρεάν παραχώρησης, το οποίο θα μπορούσε αύριο να επικαλεστεί ο Δήμος και για άλλα ακίνητα. Δεύτερον, γιατί θέλει να διατηρήσει καθαρό τον ρόλο της ως φορέα διαχείρισης και αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας, όχι ως υπηρεσία κοινωνικής πολιτικής. Τρίτον, γιατί μια δωρεάν παραχώρηση θα αναγνώριζε έμμεσα ότι το συγκεκριμένο ακίνητο έχει τόσο έντονο κοινωφελή και τοπικό χαρακτήρα, ώστε φυσικός του αποδέκτης είναι ο Δήμος και η κοινωνία της πόλης. Και τέταρτον, γιατί το μίσθωμα, όσο μικρό κι αν είναι, λειτουργεί σαν θεσμική σφραγίδα: δεν σας το αποδίδουμε ως κοινωφελή δημόσιο χώρο, σας το νοικιάζουμε.
Άρα το θέμα δεν είναι τα 1.500 ευρώ. Είναι η φύση της σχέσης που δημιουργείται. Η πόλη δεν παίρνει πίσω έναν δημόσιο κοινωφελή χώρο, τον νοικιάζει. Και αυτό είναι πολύ σημαντικότερο από το ίδιο το ποσό.
Αυτό έχει σημασία γιατί το Χαλικάκι δεν είναι ένα τυχαίο ακίνητο. Είναι ένας χώρος με ιστορία, διεκδικήσεις, δικαστικούς αγώνες και κοινωνικό βάρος. Η γη αυτή δεν περιήλθε στο Δημόσιο ως μια ουδέτερη λογιστική εγγραφή. Περιήλθε ύστερα από δεκαετίες αγώνων απέναντι σε καταπατήσεις. Άρα, ακόμη κι αν οι δικαστικές αποφάσεις δεν έκαναν αυτομάτως τον Δήμο ιδιοκτήτη, δημιούργησαν ένα ισχυρό πολιτικό, ιστορικό και ηθικό επιχείρημα: η φυσική και θεσμική απόληξη αυτής της δημόσιας γης είναι η τοπική κοινωνία.
Τι χάνει, λοιπόν, ο Δήμος αν αποδεχθεί τη μίσθωση; Δεν χάνει μόνο 18.000 ευρώ τον χρόνο. Αυτό είναι το λιγότερο. Χάνει μέρος από το ισχυρότερο επιχείρημά του: ότι η συγκεκριμένη γη, λόγω ιστορίας, χρήσης και κοινωνικού προορισμού, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απλό ακίνητο προς αξιοποίηση. Εμφανίζεται ως ενοικιαστής ενός χώρου που η ίδια η πόλη υπερασπίστηκε. Αν γίνει αποδεκτό ότι ο Δήμος πρέπει να πληρώνει για να χρησιμοποιεί δημόσια γη με κοινωφελή σκοπό, τότε αύριο η ίδια λογική μπορεί να επεκταθεί και αλλού.
Τι κερδίζει, από την άλλη, ο Δήμος αν αποδεχθεί τη συμφωνία όπως προτείνεται; Κερδίζει μια άμεση πρακτική διευθέτηση. Εξασφαλίζει για ένα διάστημα τη δυνατότητα να προχωρήσει το έργο και να μη μείνει ο χώρος στην εγκατάλειψη (η οποία εγκατάλειψη παρουσιάζεται έτσι, γιατί δεν προκύπτει από κάπου αυτή τη στιγμή). Αυτό δεν είναι αμελητέο. Δεν μπορεί κανείς να το αγνοήσει. Όμως το πρακτικό κέρδος δεν πρέπει να κρύψει το θεσμικό κόστος. Γιατί μια λύση που φαίνεται σήμερα εύκολη μπορεί αύριο να αποδειχθεί δεσμευτική, ειδικά αν δεν συνοδεύεται από σαφείς επιφυλάξεις και αντιπροτάσεις.
Απέναντι στην ΕΤΑΔ, ο Δήμος δεν είναι ένας αδύναμος ‘’ενοικιαστής’’. Έχει το «πάνω χέρι» όσο πατά πάνω στην ιστορία των αγώνων, τον κοινωφελή χαρακτήρα του χώρου, τη δημόσια χρηματοδότηση και την κοινωνική νομιμοποίηση της διεκδίκησης. Το χάνει, όμως, όταν προσέρχεται στη διαπραγμάτευση χωρίς σχέδιο, χωρίς πολιτικό προσανατολισμό και με τη βιασύνη να εμφανίσει ως επιτυχία μια συμφωνία που θα έπρεπε πρώτα να έχει εξαντλήσει όλες τις θεσμικές δυνατότητες. Έτσι, αντί ο Δήμος να διαπραγματεύεται από θέση ισχύος, αποδέχεται τη λογική της ΕΤΑΔ σαν να ζητά χάρη, ενώ στην πραγματικότητα οφείλει να υπερασπιστεί δημόσιο δικαίωμα.
Γι’ αυτό και η απάντηση προς την ΕΤΑΔ δεν μπορεί να είναι ούτε μια απλή άρνηση ούτε μια άκριτη αποδοχή. Ο Δήμος δεν θα πρέπει να αρνηθεί χωρίς σχέδιο και δεν έπρεπε να αποδεχθεί τη μίσθωση σαν να πρόκειται για μια ουδέτερη τεχνική λεπτομέρεια. Η σωστή στάση είναι θεσμική αντιπρόταση.
Αυτή η αντιπρόταση θα έπρεπε να είναι καθαρή: δωρεάν παραχώρηση χρήσης, όχι μίσθωση. Μακρά διάρκεια, τουλάχιστον ίση με τις ανάγκες και τις υποχρεώσεις του έργου και αποκλειστικά κοινωφελής και περιβαλλοντικός σκοπός. Ρητή πρόβλεψη ότι ο Δήμος δεν παραιτείται από το αίτημα οριστικής απόδοσης της κυριότητας. Και δέσμευση ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση δεν δημιουργεί προηγούμενο για τα υπόλοιπα ακίνητα της πόλης. Παράλληλα, πρέπει να ανοίξει σοβαρά η συζήτηση για ειδική νομοθετική ρύθμιση που θα μεταβιβάζει την κυριότητα στον Δήμο.
Τίποτα από αυτά δεν έγιναν. Και αυτή είναι η ουσιαστική κριτική προς τη δημοτική αρχή. Όχι ότι θέλει να γίνει το έργο, αυτό είναι σωστό. Η κριτική είναι ότι μετέτρεψε ένα σύνθετο θεσμικό ζήτημα σε επικοινωνιακό όχημα. Αντί να ανοίξει σοβαρό διάλογο με την πόλη, έσπευσε να παρουσιάσει τη συμφωνία ως μονόδρομο. Μόνο που αυτή η βιασύνη δεν δείχνει τόλμη. Δείχνει απουσία σχεδίου, οργανωτικής επάρκειας και πολιτικού προσανατολισμού. Η διοίκηση μοιάζει να ζει την ψευδαίσθηση ότι με τέτοιες αποφάσεις περνά στην κατηγορία των δήθεν τολμηρών δημάρχων. Στην πραγματικότητα, όμως, αδυνατεί να υπερασπιστεί τα δίκαια αιτήματα και συμφέροντα της πόλης, ακριβώς γιατί αντιμετωπίζει το Χαλικάκι σαν υπόθεση δικής της πολιτικής διαχείρισης, ενώ είναι υπόθεση της ίδιας της πόλης.
Το Χαλικάκι, ανήκει στη δημόσια μνήμη, στην κοινωνική διεκδίκηση και στις ανάγκες της πόλης. Γι’ αυτό και η απόφαση έπρεπε να αξιολογηθεί πάνω στη σωστή βάση. Όχι με το αν κάποιος είναι υπέρ ή κατά του έργου, αλλά με το αν η λύση προστατεύει ταυτόχρονα την αναβάθμιση, τον κοινωφελή χαρακτήρα, τη θεσμική θέση του Δήμου και το μέλλον των υπόλοιπων δημόσιων χώρων.
Η αναβάθμιση στο “Χαλικάκι” είναι χρήσιμη και αναγκαία. Αλλά εξίσου αναγκαίο είναι να μη χαθεί, μαζί με την ευκαιρία του έργου (το οποίο φυσικά πρέπει και αυτό να είναι αντικείμενο συμμετοχικής διαβούλευσης), το ισχυρότερο επιχείρημα της πόλης: ότι αυτή η γη είναι δημόσια, κοινωφελής και πρέπει να αποδοθεί θεσμικά στην κοινωνία που τη διεκδίκησε. Η άρνηση της μίσθωσης δεν είναι άρνηση της αξιοποίησης. Είναι άρνηση να μετατραπεί η δημόσια γη της πόλης σε ενοικιαζόμενο ακίνητο προς την ίδια την τοπική κοινωνία.
Το πραγματικό ερώτημα, τελικά, είναι τι πόλη θέλουμε. Θέλουμε μια πόλη και μια διοίκηση που απλώς αποδέχεται όρους για να μη χάσει χρηματοδοτήσεις ή μια πόλη που σχεδιάζει, διεκδικεί και διαπραγματεύεται με βάση την ιστορία και τις ανάγκες της;
Θέλουμε δημόσιους χώρους που απλώς «τακτοποιούνται» ή χώρους που γίνονται πεδία ζωής, συμμετοχής και κοινωνικής σχέσης; Το Χαλικάκι μπορεί να γίνει ένα ακόμα καλύτερο βιοκλιματικό πάρκο. Αλλά το σημαντικότερο είναι να γίνει χωρίς να πάψει να είναι υπόθεση της πόλης.
Μπαλάσκας Βαγγέλης
Ακολουθήστε το Ilioupolinews.gr στο Facebook και στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι τα τελευταία νέα από την Ηλιούπολη.




